Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Αποτελέσματα της αξιολόγησης για τη δράση "Μετανάστευση"

Στη συνέχεια παρατίθενται σε μορφή γραφημάτων τα αποτελέσματα από την αξιολόγηση των μαθητών για τη δράση σχετικά με τη Μετανάστευση:








Το σενάριο της ταινίας για τη μετανάστευση.


1η Σκηνή
1950. Δωμάτιο. Ακούγεται ένα τραγούδι του Καζαντζίδη, π.χ. «Το ψωμί της ξενιτιάς».
Παιδιά: Γιωργής, Μαρίκα, Κώστας.
Η Μαρίκα, όρθια, περιμένει ανυπόμονη. Έρχεται ο Γιωργής…

Μαρίκα: Η Μαρίκα κινείται ανυπόμονα. Έλα, βρε Γιωργή, πού είσαι;
Γιωργής: ξένοιαστος: Πού είμαι; Εδώ είμαι… δε με βλέπεις!
βγάζει το μπουφάν του και το τακτοποιεί …
Μα: Γιωργή, δεν είναι ώρα γι’ αστεία…
Γιω: Γιατί, τι έγινε; Αρχίζει «το σπίτι των ανέμων»; Φέρε το ραδιόφωνο γρήγορα!
Μα: Δεν αρχίζει τίποτα… Κρυφάκουσα τη μαμά και τον μπαμπά;
Γιω: Τι έκανες, παλιοκόριτσο; Κάθεται
Μα: Η μαμά κι ο μπαμπάς μιλούσαν πριν από λίγο και ‘γω χωρίς να το θέλω τους κρυφάκουσα.
Γιω: Την κοιτάζει άγρια. Μετά χαμογελάει. Εντάξει, δεν πειράζει. Καλό κορίτσι είσαι, σε συγχωρώ…
Μα: Κάθεται. Γιωργή, ο μπαμπάς θα μας αφήσει…
Γι: Τι είπες;
Μα: Ο μπαμπάς θα φύγει, θα πάει στην ξενιτιά, στη Γερμανία.
Γι: Τι έκανε λέει…
Μα: Τον άκουσα που έλεγε πως οι δουλειές δεν πάνε καλά πως τα οικονομικά μας είναι χάλια κι ότι αν δε διορθωθεί η κατάσταση θα μείνουμε στους δρόμους.
Γι: Τι μου λες τώρα; Καταλαβαίνεις τι μου λες;
Μα: Έλεγε πως προσπάθησε να βρει μια λύση… αλλά…
Παύση
Γι:  Η μαμά τι είπε;
Μα: Η μαμά ήθελε να πάει κι αυτή μαζί του…
Γι: Και μεις τι θα κάνουμε; … Θα μας πάρουν κι εμάς; … Εγώ δεν πάω πουθενά.
Μα: Σταμάτα να φωνάζεις κι άκου με.
Γι:  Εγώ δε θέλω να φύγω από εδώ.
Μα: Εμείς δε θα πάμε.
Γι: Δε θα πάμε;
Μα: Τουλάχιστον όχι τώρα. Ο μπαμπάς είπε ότι στην αρχή θα πάει μόνος του και πως εμείς θα μείνουμε εδώ, μαζί με τη μαμά. Μετά είπε πως αργότερα θα προσπαθήσει να μας πάρει κι εμάς μαζί του.
Γι: Να το, να το, θα πάμε κι εμείς… Εγώ δε θέλω… θα μείνω εδώ με τη γιαγιά.
Μα: Μα βρε Γιωργή, πώς θα γίνει αυτό, πώς θα μείνεις μόνος σου εδώ.
Γι:  Όπως μένει κι ο φίλος μου ο Νικολάκης. Και οι δυο οι γονιοί του δουλεύουνε στην Αυστραλία και κείνος μένει με τη γιαγιά του. Έτσι θα μείνω κι εγώ.
Μα: Κι άμα μείνουμε εμείς εδώ κάθε πότε θα τους βλέπουμε; Ο Νικολάκης έχει να δει τη μάνα του και τον μπαμπά του δυο χρόνια τώρα. Έτσι θέλεις να κάνεις κι εσύ;
Γι: Ούτε κι αυτό μ’ αρέσει, αλλά δε θέλω να φύγω από δω. Εδώ είναι το σπίτι μας, οι φίλοι μας… Εκεί δε θα ‘χουμε κανέναν. Θα είμαστε μόνοι.  Παύση. Και πώς θα μιλάμε, αφού δεν ξέρουμε γερμανικά, πού θα πάμε σχολείο, ποιους θα έχουμε για φίλους…
Μα: Δεν ξέρω… έτσι όπως τα λες, αρχίζω να φοβάμαι κι εγώ.
Έρχεται ο Κώστας ξένοιαστος και χαρούμενος…
Κώστας: Τι λέτε εδώ;
Γι. Κάτσε… έχουμε άσχημα νέα να σου πούμε.

2η σκηνή
Γερμανία. Στο δρόμο
Μαρίκα, Κώστας Ματίλντε, Άντζελα, Στέφαν


Η Μαρίκα και ο Κώστας γυρίζουν από το σχολείο. Προπορεύεται η Μαρίκα και σε λίγο έρχεται ο Κώστας κλαμένος.


Μα.: Τι έγινε, Κώστα, τι τρέχει, γιατί κλαις;
Κώστας:  Κάποια Γερμανάκια, άρχισαν να με βρίζουν βρομοέλληνα… σκουπίζει τα μάτια του…  μου λέγαν: «τι θέλεις εδώ, να πας στην πατρίδα σου και να μας αφήσεις…»
Μα: Μη στεναχωριέσαι, δεν αξίζει να κλαις… Του δίνει ένα χαρτομάντιλο…
Κω: Σκουπίζει τα δάκρυά του. Μαρίκα, δεν αντέχω άλλο… τρία χρόνια είμαστε εδώ… και συνέχεια τα ίδια…
Μα: Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εκτός από υπομονή… Θα καθίσουμε λίγο ακόμη ίσα ίσα να μαζέψουν οι δικοί μας λίγα λεφτά και μετά θα γυρίσουμε στην πατρίδα μας.
Κω: Κι εγώ αυτό θέλω
Έρχεται η Άντζελα με τον αδερφό της Στέφαν.
Άντζελα: Βας μάινς ντου; Τι πράγματα είναι αυτά, είστε πολιτισμένοι άνθρωποι εσείς;
Μα: Γιατί τι έγινε Άντζελα;
Άντζ: Να μαζέψεις τον αδερφό σου δεν μπορεί να πετάει πέτρες.
Μα: Άντζελα τι λες;
Άντζ: Ο Στέφαν ήρθε στο σπίτι κλαίγοντας με τα αίματα να τρέχουν…
Μα: Δεν είναι δυνατόν, αποκλείεται ο Κωστής να έκανε τέτοια πράγματα!
Άντζ: Μα τι λες τώρα, θέλεις να με βγάλεις ψεύτρα; Στέφαν, Ζάγκ ζι, πες ποιος σε χτύπησε.
Στέφαν: Να εκεί που παίζαμε με χτύπησε μια πέτρα, γύρισα να δω και ο Κώστας ήταν εκεί…
Μα: Αποκλείεται.
Στε: Για, για, Κώστας βαρ.
Κω: Όχι, όχι! Δεν ήμουνα εγώ, ψέματα λέει…
Μα: Κι έπειτα, εσείς γιατί μας βρίζετε συνέχεια, γιατί μας λέτε συνέχεια βρομοέλληνες; τι σας κάναμε;
Αντζ: Τι μας κάνατε; Προχτές δεν έπιασαν έναν Έλληνα που έκλεβε;… Το είπε και το ραδιόφωνο!…
Κω: Εκείνος μπορεί να έκλεβε, αλλά δεν κλέβουν όλοι οι Έλληνες. Οι γονείς μου δουλεύουν όλη τη μέρα…
Άντζ: Δε με νοιάζει για τους γονείς σου, να μην ερχόσασταν εδώ…
Μα: Άντζελα, γίνεσαι σκληρή. Είμαστε τρία χρόνια εδώ. Ποτέ δε σας πειράξαμε. Εξάλλου ο Στέφαν δεν είδε τον Κώστα να πετάει την πέτρα. Στον Στέφαν Στέφαν, τον είδες;
Στε: Με το πρόσωπο δείχνει ότι δεν τον είδε.
Άντζ: Το είπαν οι φίλοι του, και ποτέ δε θα λέγαν ψέματα.
Έρχεται μια 2η Γερμανίδα.
Ματίλντε: Άντζελα, Στερ νιχτ ντι Μαρίκα μην ενοχλείς την Μαρίκα.
Άντζ: Μα τι λες Ματίλντε, ο Κώστας πέταξε μια πέτρα στον αδερφό μου, στον Στέφαν
Ματ: Δεν το έκανε ο Κώστας… ο Γιόχαν της φράου Χίλντα το έκανε…
Άντζ.: Τι λες Ματίλντε;
Ματ: Το είδα με τα μάτια μου, ο Γιόχαν πέταξε την πέτρα.
Αντζ.: Αποκλείεται. Ο Γιόχαν είναι Γερμανός κι οι Γερμανοί δεν κάνουν τέτοια πράγματα, δεν πετάνε πέτρες, είναι πολιτισμένοι οι Γερμανοί…
Στε: Αυτοί οι βρομομετανάστες τα κάνουν όλα.
Ματ: Κομ Άντζελα βιρ γκέχεν Έλα Άντζελα, πάμε…



3η σκηνή

2010. Δωμάτιο. Ακούγεται το τραγούδι του Χατζηγιάννη Χέρια ψηλά.
Η Ρομίνα κάθεται, έχει τα πόδια της σε μια καρέκλα, χαζεύει περιοδικά και τραγουδάει…
Έρχονται ο Τζίνο κι ο Ραφαέλ από το σχολείο με τις τσάντες στην πλάτη.

Τζίνο: Τι γίνεται, Ρομίνα, τραγουδάμε; Αφήνει την τσάντα του. Απευθύνεται στη Ρομίνα. Κατέβασε τα πόδια σου…
Ο Ραφαέλ βγάζει ένα περιοδικό από την τσάντα του. Το ανοίγει
Τζίνο: Τι είναι αυτό;
Ραφαέλ: Το καινούριο τεύχος. Ο Τζίνο πλησιάζει το Ραφαέλ και κοιτούν μαζί το περιοδικό.
Ρομίνα: Τζίνο, γιατί δεν ήρθε η Βερόνικα μαζί σας;
Τζίνο: Πού να ξέρω εγώ; Κου τα ντια ουν
Ραφαέλ: Πήγε με τις φίλες της, όπου να ’ναι θα ’ρθει.
Παύση… τραγούδι… ξεφύλλισμα…
Τζίνο: Τι τραγούδι είναι αυτό;
Ρομίνα: Ένα καινούριο, του Χατζηγιάννη…
Ραφαέλ: Καλούτσικο φαίνεται
Τζίνο:  Να τη!
Έρχεται η Βερόνικα, αφήνει την τσάντα της.
Ρο: Βερόνικα, τι έχεις;  
Βερόνικα: Τίποτα, Ρομίνα.
Ρο: Πώς τίποτα… φαίνεσαι… για να σε δω… δε με γελάς εμένα… Τι έγινε; Μάλωσες στο σχολείο;
Βε: Όχι, βρε Ρομίνα, τίποτα δεν έγινε σου λέω, άσε με…
Ρο: (Πηγαίνει την αγκαλιάζει) Έλα, Βερόνικα, μην το κρατάς μέσα σου. Πες μου τι έγινε.
Τζίνο: Τη φώναξε ο διευθυντής στο γραφείο.
Ρο: Γιατί, έκανες κάτι; Ψε ατε κε μπερι γιε;
Βε: Όχι, καλέ…
Ραφ: Κι όταν βγήκε απ’ το γραφείο, έκλαιγε.
Ρο: Πες μου, Βερόνικα, τι έγινε;
Τζίνο: Πες της, Βερόνικα.
Ραφ: Ναι, πες της, αδερφή μας είναι στο κάτω κάτω.
Βε: Να… με φώναξε ο διευθυντής στο γραφείο του και μου είπε ότι παρόλο που έχω τον καλύτερο βαθμό στο σχολείο, δε θα είμαι εγώ η σημαιοφόρος…
Ρο: Γιατί;
Βε: Μου είπε ότι δε γίνεται, γιατί είμαι Αλβανή… Ψε γιαμ σιπτάρε
Ραφ. Άντε πάλι η ίδια ιστορία… Αυτά γινόντουσαν πριν από χρόνια… Τώρα το θυμήθηκε αυτός;
Βε: Είπε πως φοβάται κάποιες αντιδράσεις…
Ρο: Μα πώς, τι πειράζει… Σε ελληνικό σχολείο βγήκες πρώτη, στην ελληνική γλώσσα βγήκες πρώτη…
Τζίνο: στην ελληνική ιστορία…
Βε: Δεν ξέρω, βρε παιδιά.
Ραφ. Ίσως να ντρέπονται που η Βερόνικα βγήκε πρώτη και δεν τα κατάφερε κάποιος Έλληνας.
Ρο: Βερόνικα, μη στενοχωριέσαι, τουλάχιστον ξέρεις ότι τα κατάφερες… Τους έδειξες ότι εμείς οι μετανάστες δεν είμαστε ούτε κλέφτες ούτε δολοφόνοι… όπως θέλουν να πιστεύουν πολλοί. Κάποιοι… ίσως… οι πιο πολλοί όμως πεινασμένοι ήμασταν κι ήρθαμε στην Ελλάδα και κουτσά στραβά τα καταφέραμε.
Τζ. Πάντως τους εύχομαι να μη βρεθούν ποτέ στη δική μας θέση…


4η σκηνή

Καφενείο.
Οδυσσέας, Βερόνικα, Νίκος, Σωτήρης, Αιμιλία, Περικλής, Ντέμης
Σ’ ένα τραπέζι κάθονται ο Οδυσσέας και ο Νίκος, παίζουν τάβλι. Μιλάνε για ζαριές.
Σ’ άλλο τραπέζι κάθονται ο Σωτήρης ο Περικλής, ο Ντέμης και η Αιμιλία.
Έρχεται η Βερόνικα.

Αιμιλία: Πάλι χάλια καφέ έκανε αυτός ο καφετζής.
Περικλής: Τι γίνεται Σωτήρη; Βγήκαν τίποτα αποτελέσματα;
Σωτήρης: Ναι, ναι. Βγήκαν τα Δίκτυα Τηλεπικοινωνιών.
Πε. Και τι έκανες;
Σω. Οκτώ.
Πε. Μπράβο, ρε Σωτήρη, μεγάλε…

Βερόνικα: Γεια σας, παιδιά
Αιμ. Πε. Σωτ.: Χαιρετούν

Βερ. Γεια… Τι έγινε, μας τελείωσαν οι καρέκλες;
Νίκος. Πάρε από κει μία.
Οδυσσέας: Γεια σου Βερόνικα, πού ήσουν, άργησες!
Βερ. Πού αλλού να ήμουν, βρε Οδυσσέα. Εσύ έχεις το όνομα, εγώ περιπλανιέμαι.
Οδ. 4-2. Πού περιπλανιόσουν πάλι… στα μπαράκια
Βερ. Ποια μπαράκια πρωινιάτικα … έτρεχα για συνεντεύξεις.
Νι. Θα μας πεθάνουν αυτές οι συνεντεύξεις. 5-1
Οδ.: Σε ποια εταιρεία πήγες αυτή τη φορά;
Βερ: Στην Άλτο.
Νι: 6-2 Α, κι εγώ έχω πάει!
Οδ. Τι σου είπαν;
Βερ. Περίμενε λίγο… (στον καφετζή) Γιώργο, φέρε μου ένα φραπέ γλυκό με λίγο γάλα… Είδαν ότι έχω το πτυχίο, το μεταπτυχιακό, ότι ξέρω δύο γλώσσες, υπολογιστή, μου είπαν ότι τα προσόντα μου είναι πολλά…
Νι. Κι ότι θα σε ειδοποιήσουν… τριάρες… Και σε μένα τα ίδια είπαν.
Οδ. Σ’ όλους τα ίδια λένε.
Νι. Εξάρες…
Οδ. Είσαι πολύ τυχερός… με τρέλανες απ’ το πρωί.
Βερ. Κουράστηκα πια μ’ αυτήν την ιστορία. Κουράστηκα, δεν αντέχω άλλο.
Οδ. Έλα, Βερόνικα, κουράγιο.
Βερ. Μια κουβέντα είν’ αυτό…
Νι. Κέρδισες πάλι τυχεράκια. Κλείνει το τάβλι. Σοβαρός. Αναγκαστικά θα πρέπει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση.
Βερ. Δηλαδή;
Οδ. Να κάνουμε κι εμείς ό,τι κάνουν και οι άλλοι πτυχιούχοι.
Βερ. Αυτό δεν κάνουμε όλη μέρα. Από το σπίτι στο καφενείο, από το καφενείο στην καφετέρια, σε κανένα μπαράκι.
Νι. Δε λέω αυτό… Λέω να κάνουμε αίτηση για Αυστραλία, για Γερμανία, για οπουδήποτε.
Οδ. Έτσι όπως έγιναν τα πράγματα φαίνεται πως είναι η μόνη λύση.
Βερ. Δεν το μπορώ, βρε παιδιά, δεν το αντέχω να φύγω από τον τόπο μου και να τρέχω στην ξενιτιά.

Σωτ. Τι λέτε και σοβαρέψατε στα ξαφνικά;
Νι. Ότι θα πρέπει να ξενιτευτούμε.
Σω. Και καλά θα κάνετε. Ξέρετε πόσοι νέοι δουλεύουν ήδη στο εξωτερικό; Μόνο στην Αγγλία αυτή τη στιγμή δουλεύουν πάνω από 70.000 πτυχιούχοι Έλληνες.
Αιμ. Εχτές άκουσα στην τηλεόραση που έλεγε ότι πάνω από 150.00 έχουν στείλει το βιογραφικό τους για δουλειά στις ευρωπαϊκές χώρες, στην Αυστραλία μέχρι και στην Κίνα…
Βε. Στην Κίνα θα πάω να δουλέψω; Δεν το πιστεύω! Δε θέλω να πάω στο εξωτερικό.
Σω. Και τι να γίνει. Ο δικός μου ο προπάππους το 1910 πήγε στην Αμερική, δούλεψε έκανε λίγα λεφτά και γύρισε. Το ίδιο θα κάνουμε κι εμείς.
Βερ. Κι ο πατέρας μου, από το 1950 στις φάμπρικες της Γερμανίας δούλευε. Δε θέλω κι εγώ να έχω την ίδια μοίρα.
Νι. Και τι θέλεις να κάνουμε. Δυστυχώς η ξενιτιά και η μετανάστευση είναι η μόνη μας λύση.
Βερ. Κι άμα ξενιτευτούμε θα βρούμε και δουλειά;
Ντέμης Οι πτυχιούχοι βρίσκουν εύκολα. Αυτοί που δεν έχουν κάποιο πτυχίο, κάποιο εφόδιο, γυρνάνε πίσω άπραγοι.
Περ. Για δες κάτι πράγματα. Από το 1850 ως το 1960 οι Έλληνες τρέχανε στην ξενιτιά μετανάστες.
Αιμ. Μετά άλλαξαν οι καιροί κι η Ελλάδα γέμισε μετανάστες από την Αλβανία, τη Βουλγαρία μέχρι κι από το Πακιστάν.
Περ. Και τώρα άντε ξανά… Ήρθε, φαίνεται, και πάλι η σειρά των Ελλήνων να γίνουν αυτοί μετανάστες.
Σω. Και των μεταναστών. Μην ξεχνάς ότι αυτοί που ήρθαν στην Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια, τώρα αναγκάζονται για δεύτερη φορά να γίνουν μετανάστες.
Αιμ. Θα τελειώσει καμιά φορά αυτή η ιστορία; Ως πότε οι λαοί, οι άνθρωποι, θα ‘ναι το παιχνίδι στα χέρια των ισχυρών αυτού του πλανήτη; 

Πρόσωπα: 
1.      Γιωργής,                       Τζουμπέρης Μπλιάτζε
2.      Μαρίκα,                        Δήμητρα Μπρατάνη
3.      Κώστας,                        Παναγιώτης Ξενάκης
4.      Ματίλντε,                      Μαργαρίτα Παπουτσή
5.      Άντζελα,                       Τζένη Λούσι
6.      Στέφαν,                        Παναγιώτης Μαχαιρίδης
7.      Ρομίνα,                        Ελένη Μαζμανίδου
8.      Τζίνο,                           Ερμάλ Μπάχο
9.      Βερόνικα,                     Ανθούλα Μουρατίδου
10.  Ραφαέλ,                        Πέτρος Νικολούδης
11.  Οδυσσέας,                    Κώστας Ντούφας
12.  Νίκος,                           Ντεμιρέλ Μπάχα
13.  Σωτήρης,                      Κώστας Ποθητός
14.  Περικλής,                      Πέτρος Νικολαΐδης
15.  Ντέμης,                         Νίκος Ποσνάχοβ
16.  Αιμιλία,                         Αιμιλία Ποσνάχοβα

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Η ιστορία της μικρής Αννούλας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Αννούλα. Αυτό το κοριτσάκι δεν είχε καλούς γονείς. Τη χτυπούσαν, τη φώναζαν, τη μάλωναν. Μια μέρα η Αννούλα έφαγε πολύ ξύλο από τον μπαμπά της επειδή του πρότεινε να πάει στο σχολείο, γιατί της άρεσε πάρα πολύ. Όπως καταλαβαίνετε ο πατέρας της αρνήθηκε και από οικονομικό λόγο αλλά και από κακία, να μη γίνει το παιδί καλύτερο από κείνον. Έτσι, το κορίτσι μετά από το ξύλο που έφαγε, έφυγε από το σπίτι και χάθηκε στους δρόμους της Αθήνας.
Μια από τις πολλές μέρες που ήταν εξαφανισμένη και χαμένη στο δάσος την είδε μια κυρία και τη ρώτησε "γιατί κλαις;" και το κοριτσάκι είπε όλα αυτά που την κάναν να κλαίει. Αυτή η καλή κυρία, επειδή τη λυπήθηκε, την πήρε σπίτι της και περνούσαν μαζί πολύ καλά, ώσπου κάποια μέρα, μετά από συζήτηση αποφάσισε να την υιοθετήσει. Η Αννούλα δέχτηκε. Το είπαν και στους πραγματικούς γονείς της Αννούλας, που με τη σειρά τους συμφώνησαν κι αυτοί.
Από τότε ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Η ωραία κοιμωμένη σε νέες περιπέτειες

Μια φορά κι έναν καιρό σ' ένα μακρινό βασίλειο γεννήθηκε ένα πανέμορφο κοριτσάκι με μαλλιά σαν του έβενου και με τόσο κατάλευκο δέρμα σαν του χιονιού που το ονόμασαν Χιονάτη. Το κοριτσάκι αυτό είχε έναν αδερφό που τον έλεγαν Πήτερ Παν. Ο Πήτερ Παν όμως διέφερε από τα άλλα αγόρια, καθώς μπορούσε να πετάει χάρη στο φύκι που του είχε δωρίσει όταν είχε γεννηθεί η ξαδέρφη του γοργόνα Άριελ. Μια μέρα που η γιαγιά της Χιονάτης, η Ούρσουλα, αρρώστησε βαριά, η Χιονάτη έστειλε στη γιαγιά της τη μικρή ξαδερφούλα της, την Ωραία Κοιμωμένη. Η Ωραία Κοιμωμένη, φορώντας την κόκκινη μπέρτα της και κρατώντας το καλαθάκι της με τα απαραίτητα, κίνησε για το δάσος. Στο δάσος όμως ζούσε και ο Δρακουμέλ, ένας φθονερός μάγος, που μόλις είδε την Ωραία Κοιμωμένη να περπατάει ανέμελη της επιτέθηκε πετώντας με το σατανικό δράκο του. Αιφνιδιασμένη η Ωραία Κοιμωμένη άρχισε να τρέχει. Για καλή της τύχη όμως, ακούγοντάς την να ζητάει βοήθεια, έσπευσαν να τη βοηθήσουν τα τρία γουρουνάκια, τα οποία αφού τη μετέφεραν στο σπίτι τους, προκειμένου να νικήσουν το Δρακουμέλ, ζήτησαν τη βοήθεια του καλού τους φίλου Σρεκ. Αφού ο Σρεκ νίκησε το Δρακουμέλ, η Ωραία Κοιμωμένη, καθώς ξεκίνησε να πάρει το δρόμο της επιστροφής, αποχαιρέτησε όλους τους καλούς της φίλους που τόσο πολύ τη βοήθησαν. Έτσι, η Ωραία Κοιμωμένη γύρισε πίσω στη μητέρα της τη Μπάρμπι, η οποία είχε ανησυχήσει πάρα πολύ.
Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Μπρατάνη Δήμητρα

Το πουλί και η μαμά του

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένα μικρό πουλί που πετούσε με τη μαμά του. Όμως, φύσηξε ένας δυνατός αέρας και το πήρε μακριά από τη μάνα του. Η μάνα του το έψαχνε και το πουλί έψαχνε τη μαμά του. Ο άνεμος το πήγε μακριά κι έτσι δεν είδε τη μαμά του. Έτσι, το πουλί πέταξε όπου να 'ναι, γιατί δεν ήξερε το δρόμο για να γυρίσει στη φωλιά. Η μαμά του, αφού το έψαξε, έφυγε με τα άλλα πουλιά. Το μικρό πουλί είδε ένα κοπάδι άλλα πουλιά και ρώτησε "μήπως είδατε τη μαμά μου, γιατί χάθηκα;" "Όχι." λένε τα άλλα πουλιά. Κι έτσι έφυγε. Όμως η μαμά του το έψαχνε. Πήγε και ρώτησε τα πουλιά που πετούσανε "μήπως είδατε ένα μικρό πουλάκι που πετούσε;" "Ναι" λένε τα πουλιά. Και λέει η μαμά του πουλιού "προς τα πού πήγε;" "Προς τα κει" της απάντησαν τα πουλιά. Ο μικρός, καθώς έψαχνε τη μαμά του, βρήκε ένα δέντρο και πήγε και κάθισε πάνω. Εκείνη τη στιγμή το είδε η μάνα του και το φώναξε. Και το πουλί έτρεξε στην αγκαλιά της μαμάς του και χάρηκαν που βρέθηκαν πάλι.

Νίκος Ποσναχίδης

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Η ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή της Ελένης Μαζμανίδου

Τα χαράματα ο ψαράς, αφού δεν μπορούσε να βλέπει άλλο την οικογένειά του να πεινάει, πήγε τη φώκια πολύ μακριά. Μόλις έφτασαν στη μέση του πουθενά, που λέει ο λόγος, της είπηε ότι πρέπει να φύγει. Η φώκια όμως δεν ήθελε. Έτσι, ο ψαράς την πέταξε με το ζόρι στη θάλασσα. Η φώκια γύρισε στη βάρκα του ψαρά και γατζώθηκε εκεί. Ο ψαρά τη χτύπησε όμως με ό,τι είχε μπροστά του. Η φώκια ούρλιαξε και έφυγε.
Ο ψαράς γύρισε στο σπίτι του και είδε το τζόκερ που είχε παίξει. Είχε κερδίσει 1.000.000 €. Το είπε στη γυναίκα του και στα παιδιά του. Γελούσαν, χόρευαν και ό,τι άλλο τους ερχόταν στο νου το έκαναν απ' τη χαρά τους.
Μετά ο ψαράς και η γυναίκα του έπεσαν για ένα μεσημεριανό ύπνο. Τα παιδιά του έκαναν τα μαθήματά τους και αποφάσισαν να βγουν να παίξουν. Πήγαν να βγουν και στην εξώπορτα ήταν κι  η φώκια. Έκλαιγε, κι εκεί που την είχε χτυπήσει ο ψαράς είχε κοκκινίσει και της είχε πρηστεί. Τα παιδιά την πήραν μέσα, ξύπνησαν τους γονείς τους και να τη φροντίσουνε με κάποιο τρόπο. Της ζήτησε συγγνώμη ο ψαράς και μετά της έδεσε το χτυπημένο σημείο μ' ένα επίδεσμο. Από εκείνη τη μέρα που ήταν πλούσια η οικογένεια του ψαρά την τάιζαν και δεν πεινούσε κανείς άλλος. Η φώκια έγινε καλά, την κράτησαν στο σπίτι του και ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή του Κώστα Ντούφα

Μια φορά,σε μια οικογένεια, υπήρχε ένα κορίτσι, το οποίο αγαπούσε πολύ τα ζώα, κυρίως όμως τις φώκιες, που είχε μια τέτοια. Όμως, εξαιτίας του γεγονότος ότι η φώκια αυτή δεν μπορούσε να ζήσει στο περιβάλλον και  στις συνθήκες της οικογένειας, έφυγε αναζητώντας την πραγματική οικογένειά της.
Αρχικά ο πατέρας του κοριτσιού, όταν αυτό ήταν ακόμη τεσσάρων χρόνων, σε κάποια απ' τα γενέθλιά της, της έκανε δώρο μια φώκια, αφού ζούσαν στο Βόρειο Πόλο. Το μικρό αυτό κορίτσι ήθελε πάντα μια φώκια, αφού τις αγαπούσε πολύ. Πίστευε ότι ήταν το καλύτερο δώρο που μπορούσε να της κάνει.
Τα πρώτα χρόνια η φώκια με τη νέα της οικογένεια περνούσε πολύ καλά. Το κορίτσι κυρίως ασχολούνταν πιο πολύ με αυτή και περνούσαν μαζί πολλές ώρες παιχνιδιού. Ξαφνικά, όμως, μια χρονιά τα οικονομικά της οικογένειας στένεψαν. Γι' αυτό το λόγο ο πατέρας της οικογένειας δούλευε συνεχώς για να συντηρήσει την οικογένειά του κι έτσι δεν έμενε τροφή για τη φώκια. Παράλληλα, το κορίτσι δεν είχε πια την όρεξη να ασχοληθεί μαζί της. Ήταν ολοφάνερο ότι η φώκια δεν μπορούσε άλλο, κι ήθελε να γυρίσει στην παλιά της οικογένεια. Έτσι, όπως είπαμε και στην αρχή, η φώκια έφυγε.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Αφιέρωμα στο Πολυτεχνείο


Το πιο γλυκό ψωμί

Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το 'χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει· ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.


Οπού κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας ασπρομάλλης γέροντας φτωχός, που ήτανε όμως σοφός κι ήξερε από γιατρικά. Του είπανε λοιπόν για το βασιλιά, κι ανέβηκε να τον δει. «Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;», τον ρώτησε. «Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνου στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ». «Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;» «Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και καρφάκι δε μου καίεται για κανέναν!» «Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το 'χεις;» «Ούτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό,τι γυρέψω, το βλέπω μπροστά μου!...».


Σκέφτηκε, σκέφτηκε λίγο ο γέροντας, ύστερα γυρίζει και λέει του βασιλιά: «Άκουσε, βασιλιά μου: Καθώς βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το 'χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».


Από την ίδια μέρα ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στους φουρναραίους του παλατιού να ζυμώσουν και να του ψήσουν «το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!». Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες σ' όλο το βασίλειο, ποιος θα κάμει στο βασιλιά το πιο γλυκό ψωμί! Ζύμωσαν με ζάχαρη κι ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά και του τα 'φερναν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα κανένα απ' όλα εκείνα τα ψωμιά δεν άνοιγε την όρεξη στο βασιλιά. Ούτε κι ήθελε να τα φάει. Το 'να του μύριζε, τ' άλλο του βρομούσε. Ώσπου μια μέρα, έξω φρενών ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.


«Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!», του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε. «Γιατί, βασιλιά μου;», τον ρώτησε ο γέροντας. «Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!» «Μπα;», έκαμε ο γέροντας. «Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!» Ο βασιλιάς ήταν πάλι έτοιμος v' αγριέψει, μα είδε το γέρο που κάτι συλλογιζότανε, και περίμενε.


«Άκουσε, βασιλιά μου», του λέει ο γέροντας ύστερ' από λίγο. «Av θέλεις να δοκιμάσεις στ' αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να 'ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό,τι σου λέω. Av δε γίνεις καλά, είσαι ελεύτερος να μου πάρεις το κεφάλι!»


Κι ο βασιλιάς, παιδί μου, θέλοντας και μη, δέχτηκε να πάει μαζί με τον παράξενο γέροντα, εκεί που του 'λεγε. Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, ποδέθηκε παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που καθόταν ο γέροντας, σε μια καλύβα, μέσα σ' ένα χωράφι σπαρμένο


Ξημερώνοντας, έδωκε ο γέροντας στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει: «Έλα να θερίσουμε!». Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες στο λιοπύρι ολάκερη μέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχυα. Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί να κοιμηθούνε. Ούτε φαί όλη μέρα, ούτε τίποτα. Έμενε, βλέπεις, κι ο γέροντας νηστικός.


Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του λέει: «Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ' αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ' αλώνι να τ' αλωνίσουμε!». Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσσότερ’ από τα μισά, κι ύστερα όλη μέρα, γκαπ γκουπ, τα κοπάνιζε με το δάρτη, ώσπου κάμανε το στάρι σωρό, τ' ανεμίσανε και το βάλανε στο σακί. Κι όλη μέρα την περάσανε πάλε έτσι, νηστικοί κι οι δυο τους, μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε.


Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά: «Ξύπνα», του λέει, «τώρα να πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ' αλέσουμε! Πάρ' το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που 'ναι ο μύλος». Τι να κάμει ο βασιλιάς, αφού έτσι ήτανε η συφωνία φορτώνεται το σακί στην πλάτη, και κουρασμένος κι ελεεινός το κουβάλησε στην κορφή. Τώρα αρχίνησε και να πεινάει, μα δεν έλεγε ακόμα τίποτα.


Αλέσανε το στάρι τους, και για να μην τα πολυλογούμε, γυρίσανε κατά το μεσημέρι στην καλύβα, πάλι ο βασιλιάς φορτωμένος τ' αλεύρι. «Έλα τώρα να ζυμώσουμε», του λέει ο γέρος. Ξεχώρισε ως δέκα λίτρες αλεύρι, το 'ριξε στη σκάφη κι έβαλε το βασιλιά να ζυμώνει. Ύστερα τον έστειλε στο λόγγο να κόψει ξύλα, κι αργά κατά το βράδυ βάλανε κι εκάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε 3-4 καρβέλια. Ο βασιλιάς τώρα πεινούσε κι επερίμενε πότε να ψηθούν τα ψωμιά, για να φάει! Μα πιο πολύ τα λιμπιζόταν , όταν άρχισε να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους. «Πεινάω πολύ», λέει του γέρου. «Περίμενε και θα φας!», του απάντησε κείνος.


Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Σαν πεινασμένος λύκος τότε ο βασιλιάς άρπαξε το καρβέλι, το έκοψε με τα χέρια του κι άρχισε να τρώει. Μα με την πρώτη μπουκιά που κατάπιε, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο από χαρά και φώναξε: «Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!». Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε: «Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσ' ελεύτερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις αποδώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη δε θα σου λείψει».


Ο βασιλιάς ακολούθησε την ορμήνεια του γέροντα, κι όταν γύρισε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του, εκατέβαινε και στον κήπο του γι’ άλλες δουλειές, κι από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξιά κι έτρωε καλά, που μακάρι να τρώαμε κι εμείς έτσι!

Λεξιλόγιο
1 αδυνάτιζε, 2 λαχταρούσε, 3 έβαλε στα πόδια του, 4 καύσωνας, 5 ολόκληρη, 6 ξύλο με το οποίο χτυπούν το στάρι, 7 [το στάρι]: διαδικασία με την οποία καθαρίζεται το στάρι από τα άχρηστα μέρη, 8 συμφωνία, 9 συμβουλή


Το πιο γλυκό ψωμί, Η ανάλυση του παραμυθιού


Φύλλο 1ο
Προσδιορίζεται ο χρόνος και ο τόπος του παραμυθιού; Ποιες λέξεις χρησιμοποιούνται;
          Ο χρόνος είναι γενικός και αόριστος. Το καταλαβαίνουμε από τη λέξη «κάποτε»
          Ο τόπος επίσης είναι ακαθόριστος, «σ’ ένα μακρινό βασίλειο»
Ποιο πρόβλημα αντιμετωπίζει ο βασιλιάς;
          Το πρόβλημα του βασιλιά είναι η ανορεξία.
Ποιοι προσπαθούν να βοηθήσουν το βασιλιά; Τα καταφέρνουν;
          Το βασιλιά προσπαθούν να τον βοηθήσουν διάφοροι γιατροί, χωρίς να τα καταφέρουν.
Ποιος έρχεται στη συνέχεια να βοηθήσει το βασιλιά; Τι οδηγία δίνει; Είναι σαφής ή μοιάζει με αίνιγμα;
          Στη συνέχεια έρχεται ένας γέρος σοφός. Δίνει οδηγία στο βασιλιά να φάει το πιο γλυκό ψωμί. Η οδηγία δεν είναι σαφής και μοιάζει με αίνιγμα.
Πώς ερμηνεύει την οδηγία ο βασιλιάς; Τι διατάζει;
          Ο βασιλιάς διέταξε τους μαγείρους του να του ετοιμάσουν το πιο γλυκό ψωμί.
Βρίσκει τη θεραπεία στο πρόβλημά του;
          Παρόλη τη ζάχαρη που έβαλαν οι μάγειροι στα ψωμιά που έφτιαξαν, ο βασιλιάς δε θεραπεύτηκε.
Για να θεραπευτεί τι αναγκάστηκε να κάνει;
          Για να θεραπευτεί αναγκάστηκε να ακολουθήσει το γέρο σοφό και να κάνει διάφορες εργασίες-δοκιμασίες, όπως, π.χ. θέρισμα, αλώνισμα, λίχνισμα, άλεσμα, ζύμωμα και φούρνισμα. Στο τέλος, όταν έφαγε από το ψωμί που έφτιαξε ο ίδιος με τόσο κόπο, τελικά θεραπεύτηκε.
Ποια είναι η γλώσσα του κειμένου;
          Η γλώσσα του κειμένου είναι η νέα ελληνική με πολλές λαϊκές λέξεις.
Να εντοπίσετε τις λαϊκές λέξεις και φράσεις.
          έρεβε, λιμπιζόταν, ποδέθηκε, λιοπύρι, έδωκε, ολάκερη, έκαμε, δάρτη, ορμήνεια κ.λ.π.
Σε τι πρόσωπο γίνεται η αφήγηση;
          Η αφήγηση γίνεται σε γ’  ενικό πρόσωπο
Τι είδους αφηγητή έχουμε; γιατί;
          Ο αφηγητής δε συμμετέχει στα γεγονότα, άρα είναι ετεροδιηγητικός.
Ποιοι αφηγηματικοί τρόποι χρησιμοποιούνται στο παραμύθι; (αφήγηση, περιγραφή, διάλογος, σχόλιο)
          Οι αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιούνται στο παραμύθι είναι:
          α) αφήγηση (κάποτε ένας πλούσιος βασιλιάς)
          β) περιγραφή (σε λίγο βγήκαν τα καρβέλια αχνιστά και ροδοκοκκινισμένα)
          γ) διάλογος (- Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου; - Μα τι λες, γιατρέ μου)
          δ) σχόλιο (ούτε του πουλιού το γάλα που λέει κι ο λόγος)
Υπάρχουν στοιχεία προφορικότητας στο παραμύθι; Αν ναι, να τα εντοπίσετε.
          Στο κείμενο εντοπίζουμε στοιχεία προφορικότητας, π.χ. Κι ο βασιλιάς, παιδί μου…, για να μην τα πολυλογούμε…

Στα παραμύθια συνήθως διακρίνουμε διάφορα στάδια-μοτίβα από τα οποία περνά ο ήρωας:
α) Στην αρχή παρουσιάζεται ένα πρόβλημα.
β) Στη συνέχεια κάποιοι προσπαθούν να το λύσουν, χωρίς όμως να τα καταφέρνουν.
γ) Μετά εμφανίζεται ένα άλλο πρόσωπο που δίνει κάποια συμβουλή.
δ) Στο τέλος ο ήρωας του παραμυθιού περνάει κάποιες δοκιμασίες, και καταφέρνει να λύσει το πρόβλημα.
Στο παραμύθι που διαβάσαμε, αν νομίζετε ότι ο ήρωας περνά από τα παραπάνω στάδια, τότε συμπληρώστε τον παρακάτω πίνακα:

Στάδια εξέλιξης του παραμυθιού

α) Πρόβλημα του ήρωα
Το πρόβλημα του βασιλιά ήταν η ανορεξία του
β) Κάποιοι προσπαθούν να το λύσουν
Προσπάθησαν να το λύσουν πολλοί γιατροί, αλλά δεν τα κατάφεραν.
γ) Εμφανίζεται ένα άλλο πρόσωπο
Τότε εμφανίστηκε ένα άλλο πρόσωπο, ένας γέρος σοφός, που ήξερε από γιατρικά και πρότεινε στον ήρωα ένα γιατρικό, δηλ. να φάει το πιο γλυκό ψωμί.
δ) Δοκιμασίες του ήρωα
Οι δοκιμασίες του βασιλιά που κράτησαν τρεις ημέρες ήταν οι εξής:
α) να θερίσει ένα χωράφι με σιτάρι
β) να αλωνίσει το θερισμένο σιτάρι
γ) να το λιχνίσει
δ) να το πάει στο μύλο, για να το αλέσει
ε) να το ζυμώσει
στ) να το φουρνίσει


Ο φτωχός και τα γρόσια. Η ανάλυση του παραμυθιού


1ο Φύλλο  (φιλόλογοι)
α) Ποια είναι η γλώσσα του κειμένου;
Η γλώσσα του κειμένου είναι η νεοελληνική με πολλά λαϊκά στοιχεία.
β) Να εντοπίσετε τις λαϊκές λέξεις και φράσεις.
μαθές, αξίνη, γρόσια, πραμάτεια, τσιχ
γ) Σε τι πρόσωπο γίνεται η αφήγηση;
Η αφήγηση γίνεται σε γ’ πρόσωπο.
δ) Τι είδους αφηγητή έχουμε; γιατί;
Ο αφηγητής είναι ετεροδιηγητικός, αφού δε συμμετέχει στα γεγονότα.
ε) Ποιοι αφηγηματικοί τρόποι χρησιμοποιούνται στο παραμύθι; (αφήγηση, περιγραφή, διάλογος, σχόλιο)
Στο παραμύθι χρησιμοποιούνται: η αφήγηση και ο διάλογος
στ) Υπάρχουν στοιχεία προφορικότητας στο παραμύθι; Αν ναι, να τα εντοπίσετε.
Δεν εντοπίζονται στοιχεία προφορικότητας.

2ο Φύλλο (Ψυχολόγοι)
Πώς νιώθει κάθε φορά ο ήρωας; Για ποιο λόγο νιώθει έτσι;

Στην αρχή ο φτωχός νιώθει χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Κάθε βράδυ παρόλο που γυρίζει κουρασμένος από τη δουλειά παίζει με τη λύρα του και χορεύει μαζί με την οικογένειά του.
Όταν έρχεται ο πλούσιος και δίνει στο φτωχό χίλια γρόσια, ο φτωχός έχασε τη χαρά του και το χαμόγελο εξαφανίστηκε από τα χείλη του. Τώρα σκεφτόταν τι να κάνει τα λεφτά που του έδωσε ο πλούσιος.
Στο τέλος του παραμυθιού ο φτωχός είναι και πάλι χαρούμενος κι ευτυχισμένος, αφού στο μεταξύ είχε επιστρέψει τα λεφτά στον πλούσιο. Προτίμησε να είναι φτωχός και χαρούμενος, παρά πλούσιος και στεναχωρημένος.

3ο Φύλλο (Μελετητές λαϊκών παραμυθιών)
Στα παραμύθια συνήθως διακρίνουμε διάφορα στάδια-μοτίβα από τα οποία περνά ο ήρωας:
α) Στην αρχή παρουσιάζεται ένα πρόβλημα. β) Στη συνέχεια προτείνεται από κάποιον μια λύση
γ) Ο ήρωας του παραμυθιού περνάει κάποιες δοκιμασίες, και καταφέρνει να λύσει το πρόβλημα. Στο παραμύθι που διαβάσαμε, αν νομίζετε ότι ο ήρωας περνά από τα παραπάνω στάδια, τότε συμπληρώστε τον παρακάτω πίνακα:
Στάδια εξέλιξης του παραμυθιού

α) Ποιος έχει πρόβλημα και ποιο είναι αυτό;
Το πρόβλημα το έχει ο πλούσιος καθώς προβληματίζεται για το πώς ο φτωχός απολαμβάνει τη ζωή του, ενώ αυτός που είναι πλούσιος δε χαίρεται καθόλου. Ο φτωχός δεν έχει κανένα πρόβλημα. Η φτώχεια του δεν τον απασχολεί καθόλου.
β) Ποιος προτείνει τη λύση και ποια είναι αυτή;
Τη λύση τη σκέφτεται ο πλούσιος. Δίνει στο φτωχό χίλια γρόσια και περιμένει την αντίδρασή του.
γ) Ποιες δοκιμασίες περνούν οι ήρωες; Κάνουν κάποιες δουλειές, όπως ο βασιλιάς στο παραμύθι «Το πιο γλυκό ψωμί» ή οι δοκιμασίες είναι άλλου είδους;
Ο πλούσιος δεν περνάει καμιά δοκιμασία. Αντίθετα, ο φτωχός έχασε τη χαρά του και όλη τη μέρα σκέφτεται πώς να αξιοποιήσει τα χρήματα που του έδωσε ο πλούσιος.
Ο φτωχός δεν κάνει καμιά σωματική δοκιμασία, όπως έκανε ο βασιλιάς στο παραμύθι «Το πιο γλυκό ψωμί». Οι δοκιμασίες του είναι ψυχικές.

4ο Φύλλο Έστω ότι είστε κοινωνιολόγοι και προσπαθείτε να καταλάβετε μέσα από το παραμύθι ποια είναι η αντίληψη της κοινωνίας για τον πλούσιο και το φτωχό.
α) Ποιος έχει πρόβλημα και ποιο είναι αυτό;
Το πρόβλημα το έχει ο πλούσιος· υποφέρει, γιατί βλέπει το φτωχό κάθε μέρα να διασκεδάζει με την οικογένειά του.
β) Ποιος θα περιμέναμε να έχει πρόβλημα και τι είδους; Αντιθέτως, τι διαπιστώνουμε; Θα περιμέναμε ο φτωχός του παραμυθιού να έχει πρόβλημα εξαιτίας της φτώχειας του.
γ) Τι συμπέρασμα προκύπτει από το παραμύθι για τον πλούτο; Φαίνεται πως η κοινωνία θέλει να πιστεύει ότι οι πλούσιοι, παρόλο που είναι πλούσιοι, είναι δυστυχισμένοι, ενώ οι φτωχοί, παρόλο που είναι φτωχοί, είναι ευτυχισμένοι.
Άρα η αντίληψη της κοινωνίας είναι ότι ο πλούτος φέρνει δυστυχία στους ανθρώπους. Αυτός είναι ένας τρόπος άμυνας της κοινωνίας των φτωχών απέναντι στον πλούτο. Αφού δε θα γίνουν ποτέ πλούσιοι, τουλάχιστο θέλουν να πιστεύουν ότι περνάνε καλύτερα από τους πλούσιους. Αυτή η αντίληψη υπάρχει ακόμη και σήμερα. Γι’ αυτό οι διάφορες σαπουνόπερες της τηλεόρασης με πλούσιους και φτωχούς έχουν τόσο μεγάλη επιτυχία, είτε είναι ελληνικές είτε τουρκικές. Στο τέλος, ο καλός φτωχός κερδίζει τον κακό πλούσιο!!!